βωλάριον

βωλ-άριον, τό, Dim. of βῶλος, Str.16.4.18;
A

λιβανωτοῦ M.Ant.4.15

;

Ἄθως β. τοῦ κόσμου Id.6.36

;

ἁλός Aët.2.3

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βωλάριον — βωλάριον, το (Α) [βώλος] μικρός βώλος …   Dictionary of Greek

  • βωλάριον — neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βωλαρίων — βωλάριον neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βωλαρίῳ — βωλάριον neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βωλάρια — βωλάριον neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βώλος — (3ος αι. π.Χ.). Νεοπυθαγόριος φιλόσοφος από την Αίγυπτο. Έγραψε πλήθος έργων γύρω από ιατρικά, γεωργικά, φιλοσοφικά θέματα κ.ά. Το πιο σημαντικό είναι τα Φυσικά, που άσκησε μεγάλη επίδραση στους Άραβες αλχημιστές και στους φιλοσόφους του Μεσαίωνα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.